αὐστηρότης

αὐστηρότης, ητος, ,
A harshness, roughness, X.An.5.4.29; οἴνου, opp. γλυκύτης, Pl.Tht.178c, Thphr.HP7.9.5.
2 metaph., harshness, crabbedness,

τοῦ γήρως Pl.Lg.666b

, cf. D.C.56.3
.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐστηρότης — harshness fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηρότησι — αὐστηρότης harshness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηρότησιν — αὐστηρότης harshness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηρότητα — αὐστηρότης harshness fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηρότητας — αὐστηρότης harshness fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηρότητες — αὐστηρότης harshness fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηρότητι — αὐστηρότης harshness fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηρότητος — αὐστηρότης harshness fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυστηρότητα — η (AM αὐστηρότης) η ιδιότητα του αυστηρού …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.